Ενώ οι τραυματισμοί στην παιδική ηλικία είναι συχνοί, τα κατάγματα ρινός στα παιδιά είναι σχετικά σπάνια σε σύγκριση με τους ενήλικες. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι η παιδική μύτη αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από μαλακό χόνδρο, ο οποίος προσφέρει μεγαλύτερη ελαστικότητα και απορροφά καλύτερα τις δυνάμεις κρούσης. Ωστόσο, όταν συμβαίνει κάταγμα, απαιτείται άμεση και προσεκτική αξιολόγηση από εξειδικευμένο Παιδο-ΩΡΛ.
Η διάγνωση του κατάγματος ρινός στα παιδιά είναι πρωτίστως κλινική. Οι γονείς θα πρέπει να παρατηρήσουν συμπτώματα όπως παραμόρφωση της μύτης, ρινική αιμορραγία και δυσκολία στην αναπνοή από τη μύτη μετά από τραυματισμό.
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες διεθνείς οδηγίες, η χρήση ακτινογραφίας ή αξονικής τομογραφίας (CT) για τον έλεγχο απλών καταγμάτων ρινός στα παιδιά δεν συνιστάται πλέον ως εξέταση πρώτης γραμμής, λόγω της άσκοπης επιβάρυνσης με ιονίζουσα ακτινοβολία. Αντίθετα, στο ιατρείο μας γίνεται χρήση του υπερηχογραφήματος που αποτελεί ένα πολύ σύγχρονο, ασφαλές (χωρίς ακτινοβολία), ακριβές και γρήγορο διαγνωστικό εργαλείο. Μας επιτρέπει να δούμε την ακεραιότητα του ρινικού οστού και του χόνδρου, διευκολύνοντας την άμεση λήψη απόφασης.
Μετά από έναν τραυματισμό στη μύτη, η άμεση προτεραιότητα είναι ο αποκλεισμός αιματώματος του ρινικού διαφράγματος. Αυτή είναι μια επείγουσα κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή και μόνιμη βλάβη του χόνδρου, καθώς και σε παραμόρφωση της μύτης.
Δεν απαιτείται χειρουργική ανάταξη για όλα τα μικρά κατάγματα της μύτης. Ωστόσο, αν κριθεί απαραίτητη, η ανάταξη πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός 5 έως 7 ημερών από το κάταγμα, ένα διάστημα γνωστό ως «παράθυρο ανάταξης». Είναι σημαντικό να έχει υποχωρήσει το οίδημα προκειμένου να γίνει σωστή εκτίμηση της μορφής της μύτης. Μετά το πέρας αυτού του διαστήματος, επέρχεται συνοστέωση, καθιστώντας αδύνατη την αλλαγή της μορφής της μύτης. Στα παιδιά, η επέμβαση απαιτεί συνήθως ολική αναισθησία.
Για τους ενήλικες ισχύει το ίδιο, αλλά η επέμβαση μπορεί να γίνει και με τοπική αναισθησία.
